Γιατί Κοιν.Σ.Επ

Γιατί μας ταιριάζει! Πως προέκυψε; Οι αλλαγές στο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον οδήγησαν τις σύγχρονες οικονομίες σε συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και σε μεταβίβαση τμήματος της περιουσίας που ήταν υπό την ιδιοκτησία του κράτους σε ιδιώτες (privatization ή corporatization). Σε αυτό το συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, ορισμένες νέες μορφές επιχειρηματικότητας, επιχειρήσεων και επιχειρηματιών αναδείχθηκαν, που ουσιαστικά αποπειράθηκαν να καλύψουν το κενό της κρατικής πολιτικής στην αντιμετώπιση των ζητημάτων κοινωνικής πρόνοιας.

Οι επιχειρήσεις αυτού του είδους δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην κοινωνική αποτελεσματικότητα και λιγότερο ενδιαφέρον στην οικονομική κερδοφορία. Αναπτύσσεται για να καλύψει εκείνες τις ανάγκες της κοινωνίας για τις οποίες δεν διατίθεται ο ιδιωτικός τομέας εξαιτίας της απουσίας υψηλού κέρδους και δεν δύναται ο κρατικός τομέας να συμβάλει λόγω της απουσίας δημοσιοοικονομικών και χρηματοοικονομικών μέσων.

Ν. 4019/2011 (ΦΕΚ Α΄216) ορίζει, «Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνική Επιχειρηματικότητα» «το σύνολο των οικονομικών, επιχειρηματικών, παραγωγικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, οι οποίες αναλαμβάνονται από νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, των οποίων ο καταστατικός σκοπός είναι η επιδίωξη του συλλογικού οφέλους και η εξυπηρέτηση γενικότερων κοινωνικών συμφερόντων, Προτείνοντας ένα εναλλακτικό σύστημα συνεργασίας σε όλα τα πεδία της κοινωνικής και οικονομικής ζωής ενός τόπου, το κοινωνικό επιχειρείν εμφανίζεται ως ίσως η μοναδική ευκαιρία μιας συστημικής προσέγγισης στην αλλαγή προηγούμενων δυσλειτουργικών καθεστώτων.

Στον όρο της κοινωνικής οικονομίας αποδίδεται μια σειρά από εναλλακτικές έννοιες όπως είναι ο τρίτος τομέας, ο μη κερδοσκοπικός τομέας, η αλληλέγγυα οικονομία, η εναλλακτική οικονομία και η οικονομία του μη κέρδους .

οι κοινωνικές επιχειρήσεις έχουν συσταθεί με σκοπό να ωφελήσουν την κοινωνία και βασίζονται στην πεποίθηση της υπεροχής των ανθρώπων απέναντι στο κεφάλαιο, στις αξίες της εμπιστοσύνης και της αλληλεγγύης στους πιο αδύναμους, της συνεργασίας και της βιωσιμότητας, της διαφάνειας και της δημοκρατικής λήψης αποφάσεων. Ως αποτέλεσμα, οι πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες, οι τοπικές κοινότητες, οι πολίτες και οι μελλοντικές γενιές επωφελούνται από το έργο τους.

Η Κοινωνική Επιχειρηματικότητα στοχεύει στην οργάνωση της εργασίας με τρόπο που αυτή να είναι ανταποδοτική προς τον πολίτη, ταυτόχρονα προσφέροντάς του μεγαλύτερη αυτονομία στις κινήσεις. Την ίδια στιγμή, γεφυρώνει τα κενά ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, διευκολύνει και ενθαρρύνει τη συνεργασία, την παραγωγή και τη δημιουργία, λαμβάνοντας υπόψη τον άνθρωπο και τις ανάγκες του μέσα σε ένα οργανωμένο, συμμετοχικό πλαίσιο προσανατολισμένο στην αειφόρο ανάπτυξη.

Συνεπώς, τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνικής οικονομίας μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:

  • Τα πρωτεία δίνονται στον ανθρώπινο παράγοντα και την κοινωνική αποστολή σε σχέση με τον οικονομικό σκοπό, έμφαση στον άνθρωπο και στο συλλογικό όφελος

  • Εξυπηρέτηση αναγκών κοινωνικού συνόλου

  • Ενδυνάμωση συμμετοχής πολιτών, με εθελοντική και ανοικτή συμμετοχή των μελών

  • Κοινωνική υπευθυνότητα – κοινωνική αληλλεγγύη

  • Αυτόνομη διοίκηση και η ανεξαρτησία από τις δημόσιες αρχές

  • Ενίσχυση τοπικής κοινωνίας – οικονομίας- Διοχέτευση πόρων απευθείας στην κοινωνία των πολιτών

  • Στήριξη ευπαθών ομάδων

  • Δημιουργία θέσεων απασχόλησης

  • Δημοκρατικός έλεγχος και συμμετοχή των μελών

  • Ανάπτυξη κοινωνικής καινοτομίας

 Η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών, το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και η καταβαράθρωση των εργασιακών σχέσεων επηρέασαν σοβαρά την ικανότητα των πολιτών να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο. Η λέξη “επιχειρηματικότητα” έχει δαιμονοποιηθεί, ενώ οι νέοι άνθρωποι στρέφονται όλο και περισσότερο στα σταθερά οικονομικά περιβάλλοντα του εξωτερικού προκειμένου να κυνηγήσουν τα όνειρά τους.

Η κοινωνική επιχειρηματικότητα, ωστόσο, παρουσιάζει ένα πλεονέκτημα ως προς το παραπάνω πρόβλημα: θέτοντας όλες τις σωστές ερωτήσεις σχετικά με τη σχέση κράτους-κοινότητας,καταφέρνει να συμφιλιώσει την κοινωνία με την οικονομία και να ενώσει όλους τους πυλώνες αυτής σε ένα ενιαίο, αναπτυξιακό πλάνο. Στηρίζοντας καλές πρακτικές, η κοινωνική επιχειρηματικότητα στήνει ανθρωποδίκτυα με ισχυρό συνεκτικό ιστό και διάθεση για συλλογική δουλειά. Πρόκειται για μια bottom-up προσέγγιση που επιτρέπει στις ομάδες να λειτουργήσουν αλληλοσυμπληρωματικά.

Ο όρος της κοινωνικής οικονομίας περνάει από διάφορα στάδια και αλλάζει περιεχόμενο με την πάροδο των χρόνων. Ελκει την προέλευσή του αιώνες πίσω σύμφωνα με τους Moulaert και Ailenet, οι οποίοι παρουσιάζουν παραδείγματα από την αρχαία Ελλάδα για τη συγκέντρωση χρημάτων για τελετουργικές και νεκρικές τελετές και την αρχαία Ρώμη για τη χρηματοδότηση συλλόγων βιοτεχνών.

Κατόπιν της οικονομικής κρίσης (1873-1895), ο όρος περιορίζεται κυρίως σε αγροτικούς συνεταιρισμούς και σε αποταμιεύσεις μικρών αγροτών που θέλουν να αντιμετωπίσουν το έντονο ανταγωνιστικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε από την οικονομική κρίση της εποχής. Αργότερα το 1929, οι συνεργασίες που προέκυψαν για την παροχή τροφής και στέγασης σε άνεργους ανάπτυξε την αλληλέγγυα οικονομία.

Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας της δεκαετίας του ’80 και ο περιορισμός του κράτους πρόνοιας τη δεκαετία ’90 διαμόρφωσαν το πεδίο στο οποίο οικοδομήθηκε η κοινωνική οικονομία με συνεργατικές κυρίως ενώσεις εργατών που σκοπό είχαν να καλύψουν την αδυναμία του κράτους να παρέχει κοινωνικά αγαθά και να βοηθήσουν στην ένταξη των κοινωνικά ευάλωτων ομάδων στην αγορά εργασίας.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην Ευρώπη, τουλάχιστον πριν την πρόσφατη οικονομική κρίση και μέχρι σήμερα, η κοινωνική επιχειρηματικότητα δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην αντιμετώπιση ζητημάτων κοινωνικού αποκλεισμού και λιγότερο στην επιτυχία συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών αριθμοδεικτών (λ.χ. αύξηση της κερδοφορίας). Αντιθέτως, στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ) η έμφαση δίνεται περισσότερο στην κερδοφορία και στην εύρεση νέων επιχειρηματικών ευκαιριών και σε μικρότερη κλίμακα στην κοινωνική αποστολή (social mission) αυτών των επιχειρηματικών πρακτικών.

Σήμερα οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί παγκοσμίως αριθμούν :

  • 328 εκατομμύρια κατέχουν μετοχές συμβατικών επιχειρήσεων,1 δισεκατομμύριο είναι μέλη συνεταιριστικών επιχειρήσεων.

  • Σε τρεις χώρες, όλες στην Ευρώπη, πάνω από το ήμισυ του πληθυσμού τους είναι μέλη συνεταιρισμών:

Ιρλανδία (70%) – Φινλανδία (60%) – Αυστρία (59%)

  • Χώρες με τις πιο πολλές συμμετοχές :

Ινδία (242 εκατ.) – Κίνα (160 εκατ.) – ΗΠΑ (120 εκατ.)

  • 1 στους 5 στην Αμερική (Βόρεια & Νότια) είναι μέλος συνεταιρισμού

  • 1 στους 4 στη Γερμανία (20 εκατ.) & τις Ηνωμένες Πολιτείες

  • 4 στους 10 στον Καναδά είναι μέλος συνεταιρισμού

  • Οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις προσφέρουν 100 εκατ. θέσεις εργασίας παγκοσμίως, 20% περισσότερες από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις

Στην Ελλάδα, οι κοινωνικές επιχειρήσεις δεν έχουν καμία απήχηση. Είναι ελάχιστα αποδεκτές ως μοντέλα επιχειρηματικότητας και δεν αναγνωρίζεται ευρέως η δυνατότητά τους να αναδιαμορφώσουν την ελληνική κοινωνία και οικονομία.

Η κουλτούρα στην εργασία βέβαια, χτίζεται με το χρόνο και με την συνεχή προβολή παραδειγμάτων επιτυχημένων επιχειρήσεων. Χρειάζεται να μπει πολύ νερό στο αυλάκι προκειμένου οι Έλληνες να μπορέσουν να αισθανθούν ελεύθεροι να ξεκινήσουν από την αρχή. Το αίσθημα ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού είναι απαραίτητες προυποθέσεις για να μπορέσει κανείς να ονειρευτεί και να δοκιμάσει να ανα-παράξει έναν καλύτερο κόσμο για αυτόν και τους γύρω του.

Αυτό όμως είναι και το στοίχημα: η ανίχνευση των αναγκών των τοπικών κοινοτήτων και οι στοχευμένες προσπάθειες αντιμετώπισής τους, η ύπαρξη και η λειτουργία των κοινωνικών επιχειρήσεων ως φορέων στήριξης και θετικής αλλαγής, είναι ίσως ο τελευταίος φάρος ελπίδας και προοπτικής πάνω στα οποία μπορεί να βασιστεί η χώρα μας.

Στα χέρια μας βρίσκονται πολλές φορές ευκαιρίες χρήσης ευεργετικών νομοθετικών διατάξεων για να προσφερθεί κάτι χρήσιμο στο κοινωνικό σύνολο. Η κοινωνική επιχειρηματικότητα όπως διατυπώθηκε από τον ιδρυτή της Grameen Bank και κάτοχο του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης Muhammad Yunus βάζει το «εμείς» πάνω από το «εγώ», την ανιδιοτέλεια πάνω από τον εγωισμό.

ΓΙΑΤΙ ΚΟΙΝΣΕΠ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ;

Τα τελευταία 20 χρόνια, σε όλες τις σχετικές μελέτες φαίνεται ότι η ανεργία και η ανασφάλεια οδηγούν σε απώλεια ευημερίας και φτώχεια και έχουν δραματικές αν και όχι απόλυτα διευκρινισμένες επιπτώσεις στην υγεία.

Η πλειοψηφία τους υποδεικνύει την ανάλογη σχέση της μακρόχρονης ανεργίας με αυξημένο κίνδυνο για πρόωρη θνησιμότητα και υψηλή νοσηρότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα και κυρίως ψυχικές διαταραχές που πυροδοτούν ένα νέο κύκλο προβλημάτων, όπως τις αυτοκτονίες και τους βίαιους θανάτους (εγκλήματα, θανατηφόρα τροχαία, θάνατοι από υπερβολική δόση αλκοόλ και ναρκωτικών).

Η οικονομική κρίση δημιουργεί επίσης προβλήματα στη χρηματοδότηση των συστημάτων υγείας, απειλεί τη βιωσιμότητα των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών και επιβαρύνει τη λειτουργία των δημόσιων μονάδων παροχής υπηρεσιών υγείας λόγω αυξημένης ζήτησης. Υπό το πρίσμα αυτό, αναδεικνύεται η σημασία των κοινωνικών προσδιοριστών της υγείας στη διαμόρφωση του επιπέδου της υγείας και η ανάγκη αντιμετώπισης των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.

Η επέκταση των τοπικών υπηρεσιών μέσω της κοινότητας ή μίας κοινωνικής επιχείρησης αποτελεί αναμφίβολα μία πρακτική, που θα μπορούσε να παρέχει υπηρεσίες σε ευπαθείς ομάδες όπως πχ αυτές των ηλικιωμένων (κατ’ οίκον νοσηλεία, αλλά και φροντίδας) δημιουργώντας έτσι και θέσεις εργασίας.

Σε χώρες όπου σε γενικές γραμμές, το σύστημα υγείας έπασχε από χρονοβόρα, χαμηλής ποιότητας φροντίδα για τη δημόσια υγεία και το κόστος έκανε αδύνατη και απρόσιτη την ιδιωτική υγειονομική περίθαλψη. Προέκυψαν διάφορες πρωτοβουλίες, που είχαν τις ρίζες τους στα πρότυπα της κοινωνίας των πολιτών «αυτο-οργάνωση και ενδυνάμωση της κοινότητας-γειτονιάς». Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι πρωτοβουλίες ακολούθησαν την έννοια της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας.

Η οικονομική κρίση δημιουργεί επίσης προβλήματα στη χρηματοδότηση των συστημάτων υγείας, απειλεί τη βιωσιμότητα των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών και επιβαρύνει τη λειτουργία των δημόσιων μονάδων παροχής υπηρεσιών υγείας λόγω αυξημένης ζήτησης. Υπό το πρίσμα αυτό, αναδεικνύεται η σημασία των κοινωνικών προσδιοριστών της υγείας στη διαμόρφωση του επιπέδου της υγείας και η ανάγκη αντιμετώπισης των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.

Στην Ευρώπη της οικονομικής κρίσης το ρόλο αυτό αναλαμβάνουν συνήθως εθελοντικές οργανώσεις (ΜΚΟ), οι οποίες όμως δεν προσφέρουν θέσεις εργασίας, καθώς λειτουργούν με μη-αμειβόμενους τρόπους προσφοράς εργασίας, ούτε κινητοποιούν τις κοινότητες και πολλές φορές αντιμετωπίζονται με καχυποψία.

Σήμερα, προκύπτει επιτακτική η ανάγκη για το ρόλο των κοινωνικών επιχειρήσεων, όχι μόνο στον τομέα της υγείας με την έννοια της παροχής υπηρεσιών αλλά και στην έρευνα και την ανάπτυξη δεδομένου του διττού ρόλου των επιχειρήσεων αυτών, ως κερδοσκοπικές οντότητες με πρόσβαση σε πολλαπλές μορφές χρηματοδότησης και ως οργανισμούς με κοινωνική αποστολή την έρευνα για την δημόσια υγεία.

Επίσης, οι πρωτοβουλίες αυτές μπορούν να παίξουν πρωταρχικό ρόλο στην υποβολή αιτημάτων της τοπικής κοινωνίας στις εθνικές δημόσιες αρχές για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Λαμβάνοντας υπόψη τους, τα πολλαπλά κοινωνικά προβλήματα σε εποχή κρίσης αλλά και θέτοντας αναπτυξιακούς στόχους, οι συνεταιριστικές τράπεζες δίνουν όλο και μεγαλύτερη προσοχή στις στρατηγικές, που στοχεύουν ταυτόχρονα στη βελτίωση της υγείας-υγειονομικής περίθαλψης αλλά και στη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας.

Για όλα τα παραπάνω θεωρούμε ότι μας ταιριάζει η φιλοσοφία της Κοινσεπ, ιδιαίτερα της κοινσεπ κοινωνικής φροντίδας, για αυτούς τους λόγους προέκυψε η ΑΚΕΣΙΣ.